Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με (κάποια) σύνορα, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  3. που έχει φτάσει σ’ ένα υψηλό σημείο και θα θέλαμε να μειωθεί ή σ’ ένα χαμηλό σημείο και θα θέλαμε να αυξηθεί Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάκρίσιμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οριακός < όριο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marginal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοριακόςοριακήοριακό
Γενικήοριακούοριακήςοριακού
Αιτιατικήοριακόοριακήοριακό
Κλητικήοριακέοριακήοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοριακοίοριακέςοριακά
Γενικήοριακώνοριακώνοριακών
Αιτιατικήοριακούςοριακέςοριακά
Κλητικήοριακοίοριακέςοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →