οριακός
•
- που έχει σχέση με (κάποια) όρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με (κάποια) σύνορα, αναφέρεται σ’ αυτά ή βρίσκεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- που έχει φτάσει σ’ ένα υψηλό σημείο και θα θέλαμε να μειωθεί ή σ’ ένα χαμηλό σημείο και θα θέλαμε να αυξηθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάκρίσιμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οριακός < όριο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική marginal)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οριακός | οριακή | οριακό |
| Γενική | οριακού | οριακής | οριακού |
| Αιτιατική | οριακό | οριακή | οριακό |
| Κλητική | οριακέ | οριακή | οριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οριακοί | οριακές | οριακά |
| Γενική | οριακών | οριακών | οριακών |
| Αιτιατική | οριακούς | οριακές | οριακά |
| Κλητική | οριακοί | οριακές | οριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →