όριο
•
- σύνορο Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάτο σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο Βικιλεξικό
- μεταφορικάό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους Βικιλεξικό
- μαθηματικάη τιμή στην οποία συγκλίνει μια ακολουθία, δηλαδή η κοινή τιμή του ανώτερου και του κατώτερου ορίου μιας ακολουθίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅριον, υποκοριστικό του ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werw- : (μεταφορική έννοια & μαθηματικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limite
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όριο | όρια |
| Γενική | ορίου / όριου | ορίων |
| Αιτιατική | όριο | όρια |
| Κλητική | όριο | όρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →