Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οριζοντιώνω

/o.ɾi.zon.diˈo.no/ρήμα
•
  1. θέτω κάποιον ή κάτι σε θέση οριζόντια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οριζοντιώνω < οριζόντιος + -ώνω < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική horizontal < αρχαία ελληνική ὁρίζων < ὁρίζω < ὅρος < πρωτοελληνική *wórwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *werw-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοριζοντιώνωοριζοντιώνειςοριζοντιώνειοριζοντιώνουμεοριζοντιώνετεοριζοντιώνουν / οριζοντιώνουνε
Παρατατικόςοριζοντίωναοριζοντίωνεςοριζοντίωνεοριζοντιώναμεοριζοντιώνατεοριζοντίωναν / οριζοντιώναν / οριζοντιώνανε
Αόριστοςοριζοντίωσαοριζοντίωσεςοριζοντίωσεοριζοντιώσαμεοριζοντιώσατεοριζοντίωσαν / οριζοντιώσαν / οριζοντιώσανε
Μέλλονταςθα οριζοντιώνω / θα οριζοντιώσωθα οριζοντιώνεις / θα οριζοντιώσειςθα οριζοντιώνει / θα οριζοντιώσειθα οριζοντιώνουμε / θα οριζοντιώσουμεθα οριζοντιώνετε / θα οριζοντιώσετεθα οριζοντιώνουν / θα οριζοντιώνουνε / θα οριζοντιώσουν / θα οριζοντιώσουνε
Παρακείμενοςέχω οριζοντιώσειέχεις οριζοντιώσειέχει οριζοντιώσειέχουμε οριζοντιώσειέχετε οριζοντιώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οριζοντιώσειείχες οριζοντιώσειείχε οριζοντιώσειείχαμε οριζοντιώσει——
Υποτακτικήνα έχω οριζοντιώσει / να οριζοντιώνω / να οριζοντιώσωνα έχεις οριζοντιώσει / να οριζοντιώνεις / να οριζοντιώσειςνα έχει οριζοντιώσει / να οριζοντιώνει / να οριζοντιώσεινα έχουμε οριζοντιώσει / να οριζοντιώνουμε / να οριζοντιώσουμενα έχετε οριζοντιώσει / να οριζοντιώνετε / να οριζοντιώσετενα οριζοντιώνουν / να οριζοντιώνουνε / να οριζοντιώσουν / να οριζοντιώσουνε
Προστακτική—οριζοντίωνε / οριζοντίωσε——οριζοντιώνετε / οριζοντιώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →