ορισμός
•
- η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον σε κάποια θέση, αξίωμα ή επάγγελμα. Βικιλεξικό
- ο σύλλογος καθηγητών συνεδρίασε με θέμα τον ορισμό σημαιοφόρου και παραστατών
- συνώνυμο του καθορισμός, θέτω όρια Βικιλεξικό
- σύντομη και περιεκτική περίοδος λόγου με την οποία περιγράφεται και ερμηνεύεται επακριβώς μια έννοια, σημασία λέξης ή φράσης Βικιλεξικό
- βρες στο λεξικό τον ορισμό της λέξης δίριχτος
- λαϊκότροποεπιθυμία, προσταγή, εντολή, διαταγή Βικιλεξικό
- στους ορισμούς σου
- λογικήη ακριβής περιγραφή έννοιας με βάση προηγούμενες καλά ορισμένες έννοιες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρισμός < ὁρίζω < ὅρος. Για τη σημασία «επιθυμία, διαταγή», (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ὁρισμός (ψήφισμα, θέσπισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορισμός | ορισμοί |
| Γενική | ορισμού | ορισμών |
| Αιτιατική | ορισμό | ορισμούς |
| Κλητική | ορισμέ | ορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →