ορίζω
•
- αποφασίζω πού και πότε (συνήθως) θα γίνει κάτι Βικιλεξικό
- να ορίσουμε μια συνάντηση με το διευθυντή
- θέτω τα όρια για κάτι Βικιλεξικό
- δίνω μια ιδιότητα σε κάποιον, ώστε να κάνει κάτι Βικιλεξικό
- με όρισε εκπρόσωπο τύπου
- αποφασίζω, επιλέγω Βικιλεξικό
- συνήθως, οι καθηγητές ορίζουν την ύλη που θα διδάξουν στο νέο εξάμηνο
- δίνω ορισμό για κάτι, επισημαίνω τα γνωρίσματά του Βικιλεξικό
- πώς μπορούμε να ορίσουμε το τετράγωνο;
- διατυπώνω με σαφήνεια Βικιλεξικό
- το νέο διάταγμα ορίζει ότι...
- λαϊκότροποδιατάζω, εκφράζω απόλυτα μια επιθυμία Βικιλεξικό
- τι ορίζει ο αφέντης μας;
- ελέγχω, εξουσιάζω Βικιλεξικό
- οι παππούδες του όριζαν όλη την εμπορική κίνηση της περιοχής
- φτάνω Βικιλεξικό
- καλώς ορίσατε!
Ετυμολογία
ορίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὁρίζω < ὅρος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορίζω | ορίζεις | ορίζει | ορίζουμε | ορίζετε | ορίζουν / ορίζουνε |
| Παρατατικός | όριζα | όριζες | όριζε | ορίζαμε | ορίζατε | ορίζαν / ορίζανε / όριζαν |
| Αόριστος | όρισα | όρισες | όρισε | ορίσαμε | ορίσατε | ορίσαν / ορίσανε / όρισαν |
| Μέλλοντας | θα ορίζω / θα ορίσω | θα ορίζεις / θα ορίσεις | θα ορίζει / θα ορίσει | θα ορίζουμε / θα ορίσουμε | θα ορίζετε / θα ορίσετε | θα ορίζουν / θα ορίζουνε / θα ορίσουν / θα ορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ορίσει | έχεις ορίσει | έχει ορίσει | έχουμε ορίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορίσει | είχες ορίσει | είχε ορίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορίσει / να ορίζω / να ορίσω | να έχεις ορίσει / να ορίζεις / να ορίσεις | να έχει ορίσει / να ορίζει / να ορίσει | να έχουμε ορίσει / να ορίζουμε / να ορίσουμε | να ορίζετε / να ορίσετε | να ορίζουν / να ορίζουνε / να ορίσουν / να ορίσουνε |
| Προστακτική | — | όριζε / όρισε | — | — | ορίζετε / ορίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ορίστηκαορίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →