Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορκοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει σχέση με την ορκοδοσία ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορκοδοτικός < ορκοδοτώ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορκοδοτικόςορκοδοτικήορκοδοτικό
Γενικήορκοδοτικούορκοδοτικήςορκοδοτικού
Αιτιατικήορκοδοτικόορκοδοτικήορκοδοτικό
Κλητικήορκοδοτικέορκοδοτικήορκοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορκοδοτικοίορκοδοτικέςορκοδοτικά
Γενικήορκοδοτικώνορκοδοτικώνορκοδοτικών
Αιτιατικήορκοδοτικούςορκοδοτικέςορκοδοτικά
Κλητικήορκοδοτικοίορκοδοτικέςορκοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →