Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορκοδοτώ

ρήμα
•
  1. λόγιοορκίζομαι με επίσημο τρόπο σε δικαστήριο ή άλλη αρχή, διαβεβαιώνω ενόρκως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορκοδοτώ < όρκος + -ο- + -δοτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςορκοδοτώορκοδοτείςορκοδοτείορκοδοτούμεορκοδοτείτεορκοδοτούν / ορκοδοτούνε
Παρατατικόςορκοδοτούσαορκοδοτούσεςορκοδοτούσεορκοδοτούσαμεορκοδοτούσατεορκοδοτούσαν / ορκοδοτούσανε
Αόριστοςορκοδότησαορκοδότησεςορκοδότησεορκοδοτήσαμεορκοδοτήσατεορκοδοτήσαν / ορκοδοτήσανε / ορκοδότησαν
Μέλλονταςθα ορκοδοτήσω / θα ορκοδοτώθα ορκοδοτήσεις / θα ορκοδοτείςθα ορκοδοτήσει / θα ορκοδοτείθα ορκοδοτήσουμε / θα ορκοδοτούμεθα ορκοδοτήσετε / θα ορκοδοτείτεθα ορκοδοτήσουν / θα ορκοδοτήσουνε / θα ορκοδοτούν / θα ορκοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω ορκοδοτήσειέχεις ορκοδοτήσειέχει ορκοδοτήσειέχουμε ορκοδοτήσειέχετε ορκοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ορκοδοτήσειείχες ορκοδοτήσειείχε ορκοδοτήσειείχαμε ορκοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσω / να ορκοδοτώνα έχεις ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσεις / να ορκοδοτείςνα έχει ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσει / να ορκοδοτείνα έχουμε ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσουμε / να ορκοδοτούμενα έχετε ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσετε / να ορκοδοτείτενα ορκοδοτήσουν / να ορκοδοτήσουνε / να ορκοδοτούν / να ορκοδοτούνε
Προστακτική—ορκοδότει / ορκοδότησε——ορκοδοτήστε / ορκοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →