ορκοδοτώ
•
- λόγιοορκίζομαι με επίσημο τρόπο σε δικαστήριο ή άλλη αρχή, διαβεβαιώνω ενόρκως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορκοδοτώ < όρκος + -ο- + -δοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορκοδοτώ | ορκοδοτείς | ορκοδοτεί | ορκοδοτούμε | ορκοδοτείτε | ορκοδοτούν / ορκοδοτούνε |
| Παρατατικός | ορκοδοτούσα | ορκοδοτούσες | ορκοδοτούσε | ορκοδοτούσαμε | ορκοδοτούσατε | ορκοδοτούσαν / ορκοδοτούσανε |
| Αόριστος | ορκοδότησα | ορκοδότησες | ορκοδότησε | ορκοδοτήσαμε | ορκοδοτήσατε | ορκοδοτήσαν / ορκοδοτήσανε / ορκοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα ορκοδοτήσω / θα ορκοδοτώ | θα ορκοδοτήσεις / θα ορκοδοτείς | θα ορκοδοτήσει / θα ορκοδοτεί | θα ορκοδοτήσουμε / θα ορκοδοτούμε | θα ορκοδοτήσετε / θα ορκοδοτείτε | θα ορκοδοτήσουν / θα ορκοδοτήσουνε / θα ορκοδοτούν / θα ορκοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορκοδοτήσει | έχεις ορκοδοτήσει | έχει ορκοδοτήσει | έχουμε ορκοδοτήσει | έχετε ορκοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορκοδοτήσει | είχες ορκοδοτήσει | είχε ορκοδοτήσει | είχαμε ορκοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσω / να ορκοδοτώ | να έχεις ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσεις / να ορκοδοτείς | να έχει ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσει / να ορκοδοτεί | να έχουμε ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσουμε / να ορκοδοτούμε | να έχετε ορκοδοτήσει / να ορκοδοτήσετε / να ορκοδοτείτε | να ορκοδοτήσουν / να ορκοδοτήσουνε / να ορκοδοτούν / να ορκοδοτούνε |
| Προστακτική | — | ορκοδότει / ορκοδότησε | — | — | ορκοδοτήστε / ορκοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →