Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορμητικός

/oɾ.mi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεμάτος ορμή Βικιλεξικό
    • Πώς να καταλαγιάσεις ένα ποτάμι που κυλάει ορμητικό, γίνεται; (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
    • Ο κοινοτικός σύμβουλος Αβδέλλης Ζήσης Βέρρος στις 19-5-35 απευθυνόμενος στον Έπαρχο Γρεβενών ως πρόεδρο του Ε.Τ.Ε.Ο (Επαρχιακό Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας) Γρεβενών αναφέρει ότι την κοινότητα Αβδέλλης διαρρέει ορμητικός ποταμός, σχηματιζόμενος από τα γύρω βουνά ο οποίος καθίσταται δύσβατος, κύρια την άνοιξη που οι χιόνες τήκονται και το φθινόπωρο με τις βροχές με αποτέλεσμα η διάβαση για πολλές ημέρες καθίσταται αδύνατος. (Αβδέλλα Γρεβενών – Από το βιβλίο του Βασίλη Αποστόλου «ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ», grevenamedia.gr, 19/5/2017 https://grevenamedia.gr/avdella-grevenon-apo-to-vivlio-tou-vasili-apostolou-ikismi-grevenon/)

Ετυμολογία

ορμητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρμητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορμητικόςορμητικήορμητικό
Γενικήορμητικούορμητικήςορμητικού
Αιτιατικήορμητικόορμητικήορμητικό
Κλητικήορμητικέορμητικήορμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορμητικοίορμητικέςορμητικά
Γενικήορμητικώνορμητικώνορμητικών
Αιτιατικήορμητικούςορμητικέςορμητικά
Κλητικήορμητικοίορμητικέςορμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →