Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρορμητικός

/pa.ɾoɾ.mi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παρόρμηση, αναφέρεται σ’ αυτή ή γίνεται από παρόρμηση Βικιλεξικό
    • Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)

Ετυμολογία

παρορμητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρορμητικός < αρχαία ελληνική παρορμάω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική impulsif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρορμητικόςπαρορμητικήπαρορμητικό
Γενικήπαρορμητικούπαρορμητικήςπαρορμητικού
Αιτιατικήπαρορμητικόπαρορμητικήπαρορμητικό
Κλητικήπαρορμητικέπαρορμητικήπαρορμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρορμητικοίπαρορμητικέςπαρορμητικά
Γενικήπαρορμητικώνπαρορμητικώνπαρορμητικών
Αιτιατικήπαρορμητικούςπαρορμητικέςπαρορμητικά
Κλητικήπαρορμητικοίπαρορμητικέςπαρορμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →