Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οροθετικός

/o.ɾo.θe.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την οροθεσία, την οροθέτηση, ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου είναι φορέας κάποιου ιού, συνήθως του ιού του HIV Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οροθετικός < οροθε(σία) + -τικός < ορο- όπως ο όρος + -θε(σία) + -τικός # οροθετικός < ορο- (όπως ο ορός) + θετικός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική seropositive

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοροθετικόςοροθετικήοροθετικό
Γενικήοροθετικούοροθετικήςοροθετικού
Αιτιατικήοροθετικόοροθετικήοροθετικό
Κλητικήοροθετικέοροθετικήοροθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοροθετικοίοροθετικέςοροθετικά
Γενικήοροθετικώνοροθετικώνοροθετικών
Αιτιατικήοροθετικούςοροθετικέςοροθετικά
Κλητικήοροθετικοίοροθετικέςοροθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →