οροθετικός
•
- που έχει σχέση με την οροθεσία, την οροθέτηση, ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ιατρικήπου είναι φορέας κάποιου ιού, συνήθως του ιού του HIV Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οροθετικός < οροθε(σία) + -τικός < ορο- όπως ο όρος + -θε(σία) + -τικός # οροθετικός < ορο- (όπως ο ορός) + θετικός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική seropositive
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οροθετικός | οροθετική | οροθετικό |
| Γενική | οροθετικού | οροθετικής | οροθετικού |
| Αιτιατική | οροθετικό | οροθετική | οροθετικό |
| Κλητική | οροθετικέ | οροθετική | οροθετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οροθετικοί | οροθετικές | οροθετικά |
| Γενική | οροθετικών | οροθετικών | οροθετικών |
| Αιτιατική | οροθετικούς | οροθετικές | οροθετικά |
| Κλητική | οροθετικοί | οροθετικές | οροθετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →