ορολόγος
•
- επιστήμονας που ειδικεύεται στην ορολογία² Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορολόγος < ορολογ(ία) + -ος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική terminologist Μορφολογικά αναλύεται σε ορο- (ο όρος) + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορολόγος | ορολόγοι |
| Γενική | ορολόγου | ορολόγων |
| Αιτιατική | ορολόγο | ορολόγους |
| Κλητική | ορολόγε | ορολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →