ορυκτογεωλογία
•
- κλάδος της γεωλογίας που μελετά τα ορυκτά (δημιουργία, σύσταση κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορυκτογεωλογία < ορυκτό + -ο- + γεωλογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορυκτογεωλογία | ορυκτογεωλογίες |
| Γενική | ορυκτογεωλογίας | ορυκτογεωλογιών |
| Αιτιατική | ορυκτογεωλογία | ορυκτογεωλογίες |
| Κλητική | ορυκτογεωλογία | ορυκτογεωλογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →