Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορυκτογεωλογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ορυκτογεωλογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορυκτογεωλογικός < ορυκτογεωλογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορυκτογεωλογικόςορυκτογεωλογικήορυκτογεωλογικό
Γενικήορυκτογεωλογικούορυκτογεωλογικήςορυκτογεωλογικού
Αιτιατικήορυκτογεωλογικόορυκτογεωλογικήορυκτογεωλογικό
Κλητικήορυκτογεωλογικέορυκτογεωλογικήορυκτογεωλογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορυκτογεωλογικοίορυκτογεωλογικέςορυκτογεωλογικά
Γενικήορυκτογεωλογικώνορυκτογεωλογικώνορυκτογεωλογικών
Αιτιατικήορυκτογεωλογικούςορυκτογεωλογικέςορυκτογεωλογικά
Κλητικήορυκτογεωλογικοίορυκτογεωλογικέςορυκτογεωλογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →