ορχιδέα
•
- βοτανικήκαλλωπιστικό μονοκοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των Orchidaceae· φύεται κυρίως σε θερμό κλίμα και ξεχωρίζει για το πρωτότυπο σχήμα του και την μεγάλη του ποικιλία σε χρώματα και αποχρώσεις Βικιλεξικό
- Περιχύνουν (με χημικό τρόπο φυσικά) τις ορχιδέες που αφθονούν στη Σιγκαπούρη με λεπτή φλούδα χρυσού και τις πουλάνε ως κοσμήματα ονομάζοντας όλη αυτή την διαδικασία και το τελικό προϊόν ως RYSIS.
- Το πήρα με την ευλάβεια που άρμοζε σʼ ένα μπουκέτο σπάνιες ορχιδέες. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο επάνω μου.
Ετυμολογία
ορχιδέα < (άμεσο δάνειο) γαλλική orchidée < νεολατινική orchidea < λατινική orchis (φυτό του οποίου οι βολβοί μοιάζουν με όρχεις σύμφωνα με τον Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο) < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική ὄρχις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορχιδέα | ορχιδέες |
| Γενική | ορχιδέας | ορχιδεών |
| Αιτιατική | ορχιδέα | ορχιδέες |
| Κλητική | ορχιδέα | ορχιδέες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →