αρχίδι
•
- χυδαίοο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις Βικιλεξικό
- στον πληθυντικότα ανδρικά γεννητικά όργανα Βικιλεξικό
- υβριστικότιποτένιος Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό ως επίθετοχάλια, κακός, κακής ποιότητας, ψεύτικος Βικιλεξικό
- Αρχίδια υπολογιστή πήρες!
Ετυμολογία
αρχίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχίδι < ὀρχίδιν < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον, με έκκρουση του αρκτικού ὀ- από το ισχυρότερο ἀ- και ανασυλλαβισμό λόγω της συμπροφοράς με το άρθρο (όπως στον πληθυντικό τὰ ὀρχίδια > τὰ 'ρχίδια > τὰ ἀρχίδια) ή με το αόριστο άρθρο (ένα ὀρχίδιν /ena orˈçiðin/ > /enarˈçiðin/ > /en arˈçiði/) υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὄρχις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχίδι | αρχίδια |
| Γενική | αρχιδιού | αρχιδιών |
| Αιτιατική | αρχίδι | αρχίδια |
| Κλητική | αρχίδι | αρχίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →