Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχίδι

/aɾˈçi.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χυδαίοο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικότα ανδρικά γεννητικά όργανα Βικιλεξικό
  3. υβριστικότιποτένιος Βικιλεξικό
  4. στον πληθυντικό ως επίθετοχάλια, κακός, κακής ποιότητας, ψεύτικος Βικιλεξικό
    • Αρχίδια υπολογιστή πήρες!

Ετυμολογία

αρχίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχίδι < ὀρχίδιν < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον, με έκκρουση του αρκτικού ὀ- από το ισχυρότερο ἀ- και ανασυλλαβισμό λόγω της συμπροφοράς με το άρθρο (όπως στον πληθυντικό τὰ ὀρχίδια > τὰ 'ρχίδια > τὰ ἀρχίδια) ή με το αόριστο άρθρο (ένα ὀρχίδιν /ena orˈçiðin/ > /enarˈçiðin/ > /en arˈçiði/) υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὄρχις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχίδιαρχίδια
Γενικήαρχιδιούαρχιδιών
Αιτιατικήαρχίδιαρχίδια
Κλητικήαρχίδιαρχίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →