οστεογένεση
•
- ιατρικήη φυσική ή τεχνητή διαδικασία της γένεσης οστών Βικιλεξικό
- Αύξηση του ύψους σε ανθρώπους που πάσχουν από νανισμό έως και κατά 30 εκατοστά, αντιμετώπιση των ανισοσκελιών που έχουν προκληθεί από σοβαρούς τραυματισμούς ή από ασθένειες επιτυγχάνουν πλέον οι επιστήμονες με τη μέθοδο της «διατατικής οστεογένεσης» ή ιστογένεσης. (εφημερίδα Τα Νέα, 27.11.2007)
Ετυμολογία
οστεογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική ostéogenèse < αρχαία ελληνική ὀστέον / ὀστοῦν + γένεσις ::μορφολογικά: οστεο- + γένεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οστεογένεση | οστεογενέσεις |
| Γενική | οστεογένεσης | οστεογενέσεων |
| Αιτιατική | οστεογένεση | οστεογενέσεις |
| Κλητική | οστεογένεση | οστεογενέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →