ουζοκατάνυξη
•
- σκωπτικόπολύ μεγάλη κατανάλωση ούζου μαζί με παρέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουζοκατάνυξη < ούζο + κατάνυξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουζοκατάνυξη | ουζοκατανύξεις |
| Γενική | ουζοκατάνυξης | ουζοκατανύξεων |
| Αιτιατική | ουζοκατάνυξη | ουζοκατανύξεις |
| Κλητική | ουζοκατάνυξη | ουζοκατανύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →