Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουζοκατάνυξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σκωπτικόπολύ μεγάλη κατανάλωση ούζου μαζί με παρέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ουζοκατάνυξη < ούζο + κατάνυξη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήουζοκατάνυξηουζοκατανύξεις
Γενικήουζοκατάνυξηςουζοκατανύξεων
Αιτιατικήουζοκατάνυξηουζοκατανύξεις
Κλητικήουζοκατάνυξηουζοκατανύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →