Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ούζο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ποτόείδος παραδοσιακού αλκοολούχου ποτού της Τουρκίας και της Ελλάδας με μεγάλη περιεκτικότητα σε αλκοόλ Βικιλεξικό
    • Τα υπόλοιπα γλυκά φτιάχνονταν στο σπίτι. Αν κάποια κυρία ήθελε πιοτό, τη σερβίριζαν ούζο, μπίρα, κρασί, κονιάκ ή πίπερμαν. (Μάνος Ελευθερίου, Φαρμακείον Εκστρατείας, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

ούζο < (άμεσο δάνειο) τουρκική üzüm (σταφύλι) :: < Υπάρχει και η άποψη: < ιταλικά: «uso (Massalia)» («για εμπορική χρήση στη Μασσαλία») :: < Ο γλωσσολόγος Κώστας Καραποτόσογλου προτείνει: < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική οὖζος (ὀπός, χυμός) < τουρκική öz (ὀπός, χυμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήούζοούζα
Γενικήούζουούζων
Αιτιατικήούζοούζα
Κλητικήούζοούζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →