ουρανισμός
•
- η ανδρική παθητική ομοφυλοφιλία Βικιλεξικό
- κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές που αποζητούσαν μια ελάχιστη κοινωνικότητα , όπως ο ηλιολατρικός - φυσιολατρικός γυμνισμός και οι εναλλακτικοί τρόποι ζωής, οι σεξουαλικές διαφοροποιήσεις, ο ουρανισμός, η παιδεραστία (Ευγένιος Μαθιόπουλος, Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη: Η πρόσληψη του νεορομαντισμού στο πεδίο της ιδεολογίας, της θεωρίας της τέχνης και της τεχνοκριτικής στην Ελλάδα, εκδ. Ποταμός, 2005, σελ. 113)
- η συμπεριφορά του παθητικού ομοφυλόφιλου άνδρα, οι τρόποι του μπινέ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουρανισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Uringe < αρχαία ελληνική Οὐρανία Ἀφροδίτη (μαρτυρείται από το 1864)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρανισμός | ουρανισμοί |
| Γενική | ουρανισμού | ουρανισμών |
| Αιτιατική | ουρανισμό | ουρανισμούς |
| Κλητική | ουρανισμέ | ουρανισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →