Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουρανιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοομοφυλόφιλος (όρος του τέλους του 19ου / αρχών του 20ου αιώνα) Βικιλεξικό
    • Για τον Ulrichs οι ουρανιστές στερούνταν κάποιες από τις αντρικές ιδιότητες και πίστευε ότι αποτελούσαν ένα τρίτο φύλο (Αγγελική Αβραμίδου, Επιστημονικές και πολιτισμικές κατασκευές της ομοφυλοφιλίας στο πλαίσιο της Ναζιστικής Ιατρικής: Ευγονισμός, Κοινωνική Υγιεινή, Ιατρικοποίηση Ομοφυλοφιλίας, πτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 2004, σελ. 24 https://core.ac.uk/download/132804822.pdf)
    • Ο Τσακίρης παραθέτει τις διαφορετικές ονομασίες που χρησιμοποι­ούνται για τους ομοφυλόφιλους: παιδεραστής, σοδομιστής, φιλομόφυλος, ουρανιστής (σ. 320-323). (Ιστορίες για τη σεξουαλικότητα, Εκδ. Θεμέλιο, 2020) Σημείωση του συντάκτη: Το παράθεμα δίνεται ως έχει, αν και ο πρώτος όρος κακώς περιλαμβάνεται στις διαφορετικές ονομασίες

Ετυμολογία

ουρανιστής < γαλλική uraniste < γαλλική uranisme < γερμανική Uranismus, λέξη που δημιούργησε ο Karl Heinrich Ulrichs

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήουρανιστήςουρανιστές
Γενικήουρανιστήουρανιστών
Αιτιατικήουρανιστήουρανιστές
Κλητικήουρανιστήουρανιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →