Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ουρανοξύστης

/u.ɾa.noˈksi.stis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολύ ψηλό πολυώροφο κτήριο Βικιλεξικό
    • Το γραφείο μου βρίσκεται στον 25ο όροφο, επομένως βλέπω μονάχα τις κορυφές από άλλους ουρανοξύστες. (Άρης Σφακιανάκης, Η γραμματέας που κάπνιζε Παλ Μαλ [διήγημα])

Ετυμολογία

ουρανοξύστης < ουρανός + -ο- + ξύνω + -της, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική skyscraper

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήουρανοξύστηςουρανοξύστες
Γενικήουρανοξύστηουρανοξυστών
Αιτιατικήουρανοξύστηουρανοξύστες
Κλητικήουρανοξύστηουρανοξύστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →