ουρανοξύστης
•
- πολύ ψηλό πολυώροφο κτήριο Βικιλεξικό
- Το γραφείο μου βρίσκεται στον 25ο όροφο, επομένως βλέπω μονάχα τις κορυφές από άλλους ουρανοξύστες. (Άρης Σφακιανάκης, Η γραμματέας που κάπνιζε Παλ Μαλ [διήγημα])
Ετυμολογία
ουρανοξύστης < ουρανός + -ο- + ξύνω + -της, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική skyscraper
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρανοξύστης | ουρανοξύστες |
| Γενική | ουρανοξύστη | ουρανοξυστών |
| Αιτιατική | ουρανοξύστη | ουρανοξύστες |
| Κλητική | ουρανοξύστη | ουρανοξύστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →