οφείλω
•
- χρωστώ (χρηματικό ποσό για κάτι που έχω αγοράσει ή ποσό που έχω δανειστεί) Βικιλεξικό
- Τι σας οφείλω; (συνηθισμένη έκφραση συνήθως για να ρωτήσουμε τι αντάλλαγμα πρέπει να δώσουμε για ένα προϊόν ή υπηρεσία)
- Το ποσό αυτό οφείλεται στον κ. τάδε.
- χρωστάω (αναγνωρίζοντας ευεργεσία που έχω δεχτεί) Βικιλεξικό
- Στους γονείς μου οφείλω το ζην και στους δασκάλους μου το ευ ζην.
- έχω ηθική υποχρέωση να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- Οφείλω να παραδεχτώ ότι είχα άδικο προηγουμένως.
Ετυμολογία
οφείλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀφείλω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οφείλω | οφείλεις | οφείλει | οφείλουμε | οφείλετε | οφείλουν / οφείλουνε |
| Παρατατικός | οφειλόμουνα / όφειλα | οφειλόσουνα / όφειλες | οφειλότανε / όφειλε | οφείλαμε | οφείλατε / οφειλόσαστε | οφείλαν / οφείλανε / οφειλόντουσαν / όφειλαν |
| Μέλλοντας | θα οφείλω | θα οφείλεις | θα οφείλει | θα οφείλουμε | θα οφείλετε | θα οφείλουν / θα οφείλουνε |
| Υποτακτική | να οφείλω | να οφείλεις | να οφείλει | να οφείλουμε | να οφείλετε | να οφείλουν / να οφείλουνε |
| Προστακτική | — | όφειλε | — | — | οφείλετε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οφείλομαι | οφείλεσαι | οφείλεται | οφειλόμαστε | οφείλεστε | οφείλονται |
| Παρατατικός | οφειλόμουν | οφειλόσουν | οφειλόταν | οφειλόμασταν / οφειλόμαστε | οφειλόσασταν | οφείλονταν |
| Μέλλοντας | θα οφείλομαι | θα οφείλεσαι | θα οφείλεται | θα οφειλόμαστε | θα οφείλεστε | θα οφείλονται |
| Υποτακτική | να οφείλομαι | να οφείλεσαι | να οφείλεται | να οφειλόμαστε | να οφείλεστε | να οφείλονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | οφείλεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →