ωφελώ
•
- ενεργώ θετικά, προσφέρω κάποια ωφέλεια σε κάποιον ή κάτι, συμβάλλω στην ομαλή πρόοδο ή την εξάλειψη αρνητικών παραγόντων Βικιλεξικό
- η έρευνα υποστηρίζει ότι η μεσογειακή διατροφή ωφελεί την υγεία
- διάβασε αυτό το βιβλίο, πιστεύω ότι θα σε ωφελήσει
Ετυμολογία
ωφελώ < αρχαία ελληνική ὠφελέω / ὠφελῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ωφελώ | ωφελείς | ωφελεί | ωφελούμε | ωφελείτε | ωφελούν / ωφελούνε |
| Παρατατικός | ωφελούσα | ωφελούσες | ωφελούσε | ωφελούσαμε | ωφελούσατε | ωφελούσαν / ωφελούσανε |
| Αόριστος | ωφέλησα | ωφέλησες | ωφέλησε | ωφελήσαμε | ωφελήσατε | ωφέλησαν / ωφελήσαν / ωφελήσανε |
| Μέλλοντας | θα ωφελήσω / θα ωφελώ | θα ωφελήσεις / θα ωφελείς | θα ωφελήσει / θα ωφελεί | θα ωφελήσουμε / θα ωφελούμε | θα ωφελήσετε / θα ωφελείτε | θα ωφελήσουν / θα ωφελήσουνε / θα ωφελούν / θα ωφελούνε |
| Παρακείμενος | έχω ωφελήσει | έχεις ωφελήσει | έχει ωφελήσει | έχουμε ωφελήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ωφελήσει | είχες ωφελήσει | είχε ωφελήσει | είχαμε ωφελήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ωφελήσει / να ωφελήσω / να ωφελώ | να έχεις ωφελήσει / να ωφελήσεις / να ωφελείς | να έχει ωφελήσει / να ωφελήσει / να ωφελεί | να έχουμε ωφελήσει / να ωφελήσουμε / να ωφελούμε | να ωφελήσετε / να ωφελείτε | να ωφελήσουν / να ωφελήσουνε / να ωφελούν / να ωφελούνε |
| Προστακτική | — | ωφέλει / ωφέλησε | — | — | ωφελήστε / ωφελείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ωφελούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →