πάκτωση
•
- η εργασία του πακτώνω (στη σημασία: στερεώνω), στερέωση οικοδομικού στοιχείου όπως με εντοιχισμό Βικιλεξικό
- η μίσθωση αγροτικής γης για τη χρήση και την κάρπωσή της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πάκτωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πάκτωσις < πακτόω (στερεώνω, καλαφατίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάκτωση | πακτώσεις |
| Γενική | πάκτωσης | πακτώσεων |
| Αιτιατική | πάκτωση | πακτώσεις |
| Κλητική | πάκτωση | πακτώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →