πάλλευκος
•
- επιτατικό επίθετοσυνώνυμο του κατάλευκος Βικιλεξικό
- 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις: Πατάκης, 2020
Ετυμολογία
πάλλευκος < αρχαία ελληνική πάλλευκος. Συγχρονικά αναλύεται σε πάλ- (παν-) + λευκός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πάλλευκος | πάλλευκη | πάλλευκο |
| Γενική | πάλλευκου | πάλλευκης | πάλλευκου |
| Αιτιατική | πάλλευκο | πάλλευκη | πάλλευκο |
| Κλητική | πάλλευκε | πάλλευκη | πάλλευκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πάλλευκοι | πάλλευκες | πάλλευκα |
| Γενική | πάλλευκων | πάλλευκων | πάλλευκων |
| Αιτιατική | πάλλευκους | πάλλευκες | πάλλευκα |
| Κλητική | πάλλευκοι | πάλλευκες | πάλλευκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →