Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάναγνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετουπέρτατα αγνός, που χαρακτηρίζεται από απόλυτη αγνότητα Βικιλεξικό
    • Κόρη πάναγνη μια μέρα στον ίσκιο μου ήρθε ναναστενάξη , κι από τότες αναστενάζω ! (Ιωάννης Ψυχάρης, Για το Ρωμαίικο θέατρο, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1901, σελ. 261)
  2. χριστιανισμόςπροσωνυμία της Θεοτόκου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πάναγνος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πάναγνος < πάν- + αρχαία ελληνική ἁγνός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάναγνοςπάναγνηπάναγνο
Γενικήπάναγνουπάναγνηςπάναγνου
Αιτιατικήπάναγνοπάναγνηπάναγνο
Κλητικήπάναγνεπάναγνηπάναγνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπάναγνοιπάναγνεςπάναγνα
Γενικήπάναγνωνπάναγνωνπάναγνων
Αιτιατικήπάναγνουςπάναγνεςπάναγνα
Κλητικήπάναγνοιπάναγνεςπάναγνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →