πάριζα
•
- τρόφιμοείδος αλλαντικού το οποίο έχει υποστεί θερμική επεξεργασία και το οποίο συσκευάζεται σε ειδικό περίβλημα Βικιλεξικό
- Ο ναύτης Γερούν μού μαθαίνει πρωτότυπους συνδυασμούς: πάριζα με μπόλικο κέτσαπ, κρέμα βανίλια με ένα παχύ στρώμα τρούφας. (Μακ Χέιρτ (πρόλογος: Νίκος Μπακουνάκης, μετάφραση: Ινώ Βαν Ντάικ-Μπαλτά), Στην Ευρώπη: Ταξίδια στον 20ό αιώνα, (Αθήνα: Μεταίχμιο, 2015), σελ. 653)
Ετυμολογία
πάριζα < γερμανική Pariser Schinken. Δείτε στα Παραθέματα αναφορές στις λέξεις πάριζα και παριζάκι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάριζα | πάριζες |
| Γενική | πάριζας | παριζών |
| Αιτιατική | πάριζα | πάριζες |
| Κλητική | πάριζα | πάριζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →