πάροδος
•
- ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό Βικιλεξικό
- η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή. Βικιλεξικό
- από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.
- το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του Βικιλεξικό
- το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου. Βικιλεξικό
- με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.
Ετυμολογία
πάροδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάροδος : (χρονικό διάστημα) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική passage
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πάροδος | πάροδοι |
| Γενική | παρόδου | παρόδων |
| Αιτιατική | πάροδο | παρόδους |
| Κλητική | πάροδε | πάροδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →