Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάροδος

/ˈpa.ɾo.ðos/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο δρόμος που οδηγεί σε άλλον μεγαλύτερο και πιο κεντρικό Βικιλεξικό
  2. η κάθε μία από τις πλάγιες εισόδους του αρχαίου θεάτρου από τις οποίες έμπαινε ο χορός στη σκηνή. Βικιλεξικό
    • από την δεξιά πάροδο του θεάτρου έμπαιναν πάντοτε αυτοί που ερχόντουσαν(στο έργο) από την πόλη ή το λιμάνι, ενώ από την αριστερή αυτοί που ερχόντουσαν από την ύπαιθρο.
  3. το λυρικό τμήμα του αρχαίου θεατρικού έργου που τραγουδούσε ο χορός κατά την είσοδό του Βικιλεξικό
  4. το πέρασμα κάποιου χρονικού διαστήματος, η παρέλευση κάποιου χρόνου. Βικιλεξικό
    • με την πάροδο του χρόνου χτίστηκαν σχολεία.

Ετυμολογία

πάροδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πάροδος : (χρονικό διάστημα) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική passage

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάροδοςπάροδοι
Γενικήπαρόδουπαρόδων
Αιτιατικήπάροδοπαρόδους
Κλητικήπάροδεπάροδοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →