παχύς
•
- που έχει μεγάλο πάχος ή όγκο Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου έχει πολύ λίπος ή μεγάλο βάρος Βικιλεξικό
- υγράπου έχει μεγάλη πυκνότητα ή βρίσκεται σε ημίρρευστη κατάσταση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου διαθέτει μεγάλη πυκνότητα Βικιλεξικό
- που περιέχει κάτι σε μεγάλη ποσότητα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει πομπώδη κι εντυπωσιακή συμπεριφορά, αλλά χωρίς ουσία και σοβαρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παχύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παχύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχύς | παχεία / παχιά | παχύ |
| Γενική | παχέος / παχιού, παχύ | παχείας / παχιάς | παχέος / παχιού, παχύ |
| Αιτιατική | παχύ | παχεία / παχιά | παχύ |
| Κλητική | παχύ | παχεία / παχιά | παχύ |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παχείς / παχιοί | παχείες / παχιές | παχέα / παχιά |
| Γενική | παχέων / παχιών | παχειών / παχιών | παχέων / παχιών |
| Αιτιατική | παχείς / παχιούς | παχείες / παχιές | παχέα / παχιά |
| Κλητική | παχείς / παχιοί | παχείες / παχιές | παχέα / παχιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →