πίδακας
•
- η πηγή νερού στην οποία το νερό αναβλύζει προς τα πάνω Βικιλεξικό
- γενικότερακάθε ροή υγρού που εξέρχεται με δύναμη από κάποιο σημείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πίδακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πῖδαξ (θηλυκό) από την αιτιατική ενικού «τὴν πίδακα» αλλά με τροπή σε αρσενικό γένος κατά τα -αξ > -ακας όπως πίναξ > πίνακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πίδακας | πίδακες |
| Γενική | πίδακα | πιδάκων |
| Αιτιατική | πίδακα | πίδακες |
| Κλητική | πίδακα | πίδακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →