πιδακίζω
•
- για το νερό που αναβλύζει σχηματίζοντας πίδακα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιδακίζω < πίδακας + -ίζω < αρχαία ελληνική πῖδαξ (θηλυκό)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιδακίζω | πιδακίζεις | πιδακίζει | πιδακίζουμε | πιδακίζετε | πιδακίζουν / πιδακίζουνε |
| Παρατατικός | πιδάκιζα | πιδάκιζες | πιδάκιζε | πιδακίζαμε | πιδακίζατε | πιδάκιζαν / πιδακίζαν / πιδακίζανε |
| Αόριστος | πιδάκισα | πιδάκισες | πιδάκισε | πιδακίσαμε | πιδακίσατε | πιδάκισαν / πιδακίσαν / πιδακίσανε |
| Μέλλοντας | θα πιδακίζω / θα πιδακίσω | θα πιδακίζεις / θα πιδακίσεις | θα πιδακίζει / θα πιδακίσει | θα πιδακίζουμε / θα πιδακίσουμε | θα πιδακίζετε / θα πιδακίσετε | θα πιδακίζουν / θα πιδακίζουνε / θα πιδακίσουν / θα πιδακίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιδακίσει | έχεις πιδακίσει | έχει πιδακίσει | έχουμε πιδακίσει | έχετε πιδακίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιδακίσει | είχες πιδακίσει | είχε πιδακίσει | είχαμε πιδακίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιδακίσει / να πιδακίζω / να πιδακίσω | να έχεις πιδακίσει / να πιδακίζεις / να πιδακίσεις | να έχει πιδακίσει / να πιδακίζει / να πιδακίσει | να έχουμε πιδακίσει / να πιδακίζουμε / να πιδακίσουμε | να έχετε πιδακίσει / να πιδακίζετε / να πιδακίσετε | να πιδακίζουν / να πιδακίζουνε / να πιδακίσουν / να πιδακίσουνε |
| Προστακτική | — | πιδάκιζε / πιδάκισε | — | — | πιδακίζετε / πιδακίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →