παίρνω πρέφα
•
- αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω Βικιλεξικό
- Του έκανα νόημα να μαζευτεί, μην τον πάρουν πρέφα και γίνει το σύστριγγλο, αλλά αυτός είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε με τίποτα.
Ετυμολογία
παίρνω πρέφα: (απολεξικοποιημένο ρήμα): παίρνω & πρέφα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →