παγίδευση
•
- η σύλληψη με τη χρήση παγίδας Βικιλεξικό
- η ακινητοποίηση χωρίς δυνατότητα διαφυγής Βικιλεξικό
- το να βρεθεί κάποιος σε δυσχερή θέση με τεχνάσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγίδευση < παγιδεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγίδευση | παγιδεύσεις |
| Γενική | παγίδευσης | παγιδεύσεων |
| Αιτιατική | παγίδευση | παγιδεύσεις |
| Κλητική | παγίδευση | παγιδεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →