Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγίδευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σύλληψη με τη χρήση παγίδας Βικιλεξικό
  2. η ακινητοποίηση χωρίς δυνατότητα διαφυγής Βικιλεξικό
  3. το να βρεθεί κάποιος σε δυσχερή θέση με τεχνάσματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγίδευση < παγιδεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαγίδευσηπαγιδεύσεις
Γενικήπαγίδευσηςπαγιδεύσεων
Αιτιατικήπαγίδευσηπαγιδεύσεις
Κλητικήπαγίδευσηπαγιδεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →