Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παγιοποιώ

ρήμα
•
  1. δίνω σε κάτι έναν πάγιο χαρακτήρα Βικιλεξικό
    • η Ευρωπαϊκή Κοινότητα πρόκειται να μειώσει και να παγιοποιήσει τους δασμούς που ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 1996
  2. σταθεροποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παγιοποιώ < πάγιος + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) consolider)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαγιοποιώπαγιοποιείςπαγιοποιείπαγιοποιούμεπαγιοποιείτεπαγιοποιούν / παγιοποιούνε
Παρατατικόςπαγιοποιούσαπαγιοποιούσεςπαγιοποιούσεπαγιοποιούσαμεπαγιοποιούσατεπαγιοποιούσαν / παγιοποιούσανε
Αόριστοςπαγιοποίησαπαγιοποίησεςπαγιοποίησεπαγιοποιήσαμεπαγιοποιήσατεπαγιοποίησαν / παγιοποιήσαν / παγιοποιήσανε
Μέλλονταςθα παγιοποιήσω / θα παγιοποιώθα παγιοποιήσεις / θα παγιοποιείςθα παγιοποιήσει / θα παγιοποιείθα παγιοποιήσουμε / θα παγιοποιούμεθα παγιοποιήσετε / θα παγιοποιείτεθα παγιοποιήσουν / θα παγιοποιήσουνε / θα παγιοποιούν / θα παγιοποιούνε
Παρακείμενοςέχω παγιοποιήσειέχεις παγιοποιήσειέχει παγιοποιήσειέχουμε παγιοποιήσειέχετε παγιοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παγιοποιήσειείχες παγιοποιήσειείχε παγιοποιήσειείχαμε παγιοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω παγιοποιήσει / να παγιοποιήσω / να παγιοποιώνα έχεις παγιοποιήσει / να παγιοποιήσεις / να παγιοποιείςνα έχει παγιοποιήσει / να παγιοποιήσει / να παγιοποιείνα έχουμε παγιοποιήσει / να παγιοποιήσουμε / να παγιοποιούμενα έχετε παγιοποιήσει / να παγιοποιήσετε / να παγιοποιείτενα παγιοποιήσουν / να παγιοποιήσουνε / να παγιοποιούν / να παγιοποιούνε
Προστακτική—παγιοποίει / παγιοποίησε——παγιοποιήστε / παγιοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →