παγκοσμιοποίηση
•
- πολιτικήη ιστορική εξέλιξη που παρατηρείται κατά τις τελευταίες δεκαετίες (μετά το 1980) και που οδηγεί στην συνεχώς αυξανόμενη, πλην όμως κατευθυνόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ των χωρών της γης, σε επίπεδο αρχικά οικονομικό και στη συνέχεια τεχνολογικό και πολιτισμικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγκοσμιοποίηση < παγκόσμι(ος) + -ο- + -ποίηση, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική globalization
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγκοσμιοποίηση | παγκοσμιοποιήσεις |
| Γενική | παγκοσμιοποίησης | παγκοσμιοποιήσεων |
| Αιτιατική | παγκοσμιοποίηση | παγκοσμιοποιήσεις |
| Κλητική | παγκοσμιοποίηση | παγκοσμιοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →