διεθνισμός
•
- πολιτικήαντίληψη που υποστηρίζει την υπέρβαση των εθνικών διαφορών και προτάσσει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών και των λαών Βικιλεξικό
- πολιτικήτο δόγμα της μαρξιστικής ιδεολογίας για την ένωση των λαών, την κατάργηση των συνόρων Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη χρήση των ίδιων λέξεων σε διάφορες γλώσσες με την ίδια ή παρόμοια σημασία (όπως κουλτούρα, αστροναύτης) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διεθνισμός < διεθν(ής) + -ισμός (δι- (δια-) + έθν(ος) + -ισμός) < :* (ως θεωρία) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική internationalisme. Η λέξη μαρτυρείται από το 1893. :* (γλωσσολογία) < μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Internationalismus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διεθνισμός | διεθνισμοί |
| Γενική | διεθνισμού | διεθνισμών |
| Αιτιατική | διεθνισμό | διεθνισμούς |
| Κλητική | διεθνισμέ | διεθνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →