παγοκύστη
•
- η ειδική παγοθήκη από ζελατίνα ή πλαστικό, μιας χρήσεως Βικιλεξικό
- η ειδική παγοθήκη που για ιατρικούς λόγους τοποθετείται κάπου στο σώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παγοκύστη < πάγος + κύστις + -η
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παγοκύστη | παγοκύστες |
| Γενική | παγοκύστης | παγοκυστών |
| Αιτιατική | παγοκύστη | παγοκύστες |
| Κλητική | παγοκύστη | παγοκύστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →