κύστη
•
- ανατομίαυμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη Βικιλεξικό
- θύλακας ελαστικός, φούσκα Βικιλεξικό
- ιατρικήνεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως Βικιλεξικό
- ζωολογίαη νηκτική κύστη Βικιλεξικό
- ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κύστη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύστις < κύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱeuh₁- (φουσκώνω, πρήζομαι) : με την ιατρική σημασία: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική kyste
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύστη | κύστεις |
| Γενική | κύστης | κύστεων |
| Αιτιατική | κύστη | κύστεις |
| Κλητική | κύστη | κύστεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →