Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παζαρεύω

/pa.zaˈɾe.vo/ρήμα
•
  1. διαπραγματεύομαι την τιμή ενός προϊόντος που πρόκειται ν’ αγοράσω, προσπαθώντας να την ρίξω σε χαμηλότερα επίπεδα Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηδιαπραγματεύομαι ή συζητώ κρυφά κι αθέμιτα μια συναλλαγή έχοντας ιδιοτελή κίνητρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παζαρεύω < παζάρ(ι) + -εύω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαζαρεύωπαζαρεύειςπαζαρεύειπαζαρεύουμεπαζαρεύετεπαζαρεύουν / παζαρεύουνε
Παρατατικόςπαζάρευαπαζάρευεςπαζάρευεπαζαρεύαμεπαζαρεύατεπαζάρευαν / παζαρεύαν / παζαρεύανε
Αόριστοςπαζάρεψαπαζάρεψεςπαζάρεψεπαζαρέψαμεπαζαρέψατεπαζάρεψαν / παζαρέψαν / παζαρέψανε
Μέλλονταςθα παζαρέψω / θα παζαρεύωθα παζαρέψεις / θα παζαρεύειςθα παζαρέψει / θα παζαρεύειθα παζαρέψουμε / θα παζαρεύουμεθα παζαρέψετε / θα παζαρεύετεθα παζαρέψουν / θα παζαρέψουνε / θα παζαρεύουν / θα παζαρεύουνε
Παρακείμενοςέχω παζαρέψειέχεις παζαρέψειέχει παζαρέψει———
Υπερσυντέλικοςείχα παζαρέψειείχες παζαρέψειείχε παζαρέψει———
Υποτακτικήνα έχω παζαρέψει / να παζαρέψω / να παζαρεύωνα έχεις παζαρέψει / να παζαρέψεις / να παζαρεύειςνα έχει παζαρέψει / να παζαρέψει / να παζαρεύεινα παζαρέψουμε / να παζαρεύουμενα παζαρέψετε / να παζαρεύετενα παζαρέψουν / να παζαρέψουνε / να παζαρεύουν / να παζαρεύουνε
Προστακτική—παζάρευε / παζάρεψε, παζάρευ'——παζαρέψτε, παζαρεύτε / παζαρεύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

παζαρεύτηκαπαζαρεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →