παζαρεύω
•
- διαπραγματεύομαι την τιμή ενός προϊόντος που πρόκειται ν’ αγοράσω, προσπαθώντας να την ρίξω σε χαμηλότερα επίπεδα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδιαπραγματεύομαι ή συζητώ κρυφά κι αθέμιτα μια συναλλαγή έχοντας ιδιοτελή κίνητρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παζαρεύω < παζάρ(ι) + -εύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παζαρεύω | παζαρεύεις | παζαρεύει | παζαρεύουμε | παζαρεύετε | παζαρεύουν / παζαρεύουνε |
| Παρατατικός | παζάρευα | παζάρευες | παζάρευε | παζαρεύαμε | παζαρεύατε | παζάρευαν / παζαρεύαν / παζαρεύανε |
| Αόριστος | παζάρεψα | παζάρεψες | παζάρεψε | παζαρέψαμε | παζαρέψατε | παζάρεψαν / παζαρέψαν / παζαρέψανε |
| Μέλλοντας | θα παζαρέψω / θα παζαρεύω | θα παζαρέψεις / θα παζαρεύεις | θα παζαρέψει / θα παζαρεύει | θα παζαρέψουμε / θα παζαρεύουμε | θα παζαρέψετε / θα παζαρεύετε | θα παζαρέψουν / θα παζαρέψουνε / θα παζαρεύουν / θα παζαρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω παζαρέψει | έχεις παζαρέψει | έχει παζαρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παζαρέψει | είχες παζαρέψει | είχε παζαρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παζαρέψει / να παζαρέψω / να παζαρεύω | να έχεις παζαρέψει / να παζαρέψεις / να παζαρεύεις | να έχει παζαρέψει / να παζαρέψει / να παζαρεύει | να παζαρέψουμε / να παζαρεύουμε | να παζαρέψετε / να παζαρεύετε | να παζαρέψουν / να παζαρέψουνε / να παζαρεύουν / να παζαρεύουνε |
| Προστακτική | — | παζάρευε / παζάρεψε, παζάρευ' | — | — | παζαρέψτε, παζαρεύτε / παζαρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παζαρεύτηκαπαζαρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →