παθητικοποίηση
•
- η παθητική συμπεριφορά Βικιλεξικό
- χημείαη οξείδωση μετάλλων σε όξινα διαλύματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παθητικοποίηση < παθητικοποιώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παθητικοποίηση | παθητικοποιήσεις |
| Γενική | παθητικοποίησης | παθητικοποιήσεων |
| Αιτιατική | παθητικοποίηση | παθητικοποιήσεις |
| Κλητική | παθητικοποίηση | παθητικοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →