παθιάρης
•
- που καταλαμβάνεται από πάθος Βικιλεξικό
- Και καθώς ο Διόνυσος ήταν παθιάρης άντρας και δεν παρεξηγούσε λεπτομέρειες τύπου « Αγάπη μου , μην το πάρεις στραβά , αλλά έχω ένα παπάρι να » , είχε πάθει τρελό σεβντά με τον Άμπελο, αλλά το παλικάρι τώρα , εμ σάτυρος. (Αύγουστος Κορτώ, Νεοελληνική Μυθολογία, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
παθιάρης < πάθος + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παθιάρης | παθιάρα | παθιάρικο |
| Γενική | παθιάρη | παθιάρας | παθιάρικου |
| Αιτιατική | παθιάρη | παθιάρα | παθιάρικο |
| Κλητική | παθιάρη | παθιάρα | παθιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παθιάρηδες | παθιάρες | παθιάρικα |
| Γενική | παθιάρηδων | — | παθιάρικων |
| Αιτιατική | παθιάρηδες | παθιάρες | παθιάρικα |
| Κλητική | παθιάρηδες | παθιάρες | παθιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →