Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδικός

/pe.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει ή αναφέρεται στο παιδί Βικιλεξικό
    • παιδικό παιχνίδι
  2. μεταφορικάαθώος, αγνός Βικιλεξικό
    • η Μαρία έχει παιδική ψυχή

Ετυμολογία

παιδικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παιδικός (για παιδί) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική infantile

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδικόςπαιδικήπαιδικό
Γενικήπαιδικούπαιδικήςπαιδικού
Αιτιατικήπαιδικόπαιδικήπαιδικό
Κλητικήπαιδικέπαιδικήπαιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαιδικοίπαιδικέςπαιδικά
Γενικήπαιδικώνπαιδικώνπαιδικών
Αιτιατικήπαιδικούςπαιδικέςπαιδικά
Κλητικήπαιδικοίπαιδικέςπαιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →