Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιχνιδίζω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάπαίζω ή φαίνομαι σαν να παίζω και να κινούμαι χαριτωμένα και με ζωηράδα Βικιλεξικό
    • Πολύ ξεχωριστά είναι τα διακοσμητικά στοιχεία στο εσωτερικό των αιθουσών προσευχής: ανάγλυφη διακόσμηση στις κολόνες, ψηφιδωτά σχέδια στις κάμαρες και εντυπωσιακά χρωματιστά βιτρό στα παράθυρα, που αφήνουν το φως να παιχνιδίζει. (*)
    • Το «Κορτώ» παιχνιδίζει ανάμεσα στον Κοκτώ και στον Αρτώ, ενώ το «Αύγουστος» ίσως παραπέμπει στον Κοντ. (*)

Ετυμολογία

παιχνιδίζω < παιχνίδι + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαιχνιδίζωπαιχνιδίζειςπαιχνιδίζειπαιχνιδίζουμεπαιχνιδίζετεπαιχνιδίζουν / παιχνιδίζουνε
Παρατατικόςπαιχνίδιζαπαιχνίδιζεςπαιχνίδιζεπαιχνιδίζαμεπαιχνιδίζατεπαιχνίδιζαν / παιχνιδίζαν / παιχνιδίζανε
Αόριστοςπαιχνίδισαπαιχνίδισεςπαιχνίδισεπαιχνιδίσαμεπαιχνιδίσατεπαιχνίδισαν / παιχνιδίσαν / παιχνιδίσανε
Μέλλονταςθα παιχνιδίζω / θα παιχνιδίσωθα παιχνιδίζεις / θα παιχνιδίσειςθα παιχνιδίζει / θα παιχνιδίσειθα παιχνιδίζουμε / θα παιχνιδίσουμεθα παιχνιδίζετε / θα παιχνιδίσετεθα παιχνιδίζουν / θα παιχνιδίζουνε / θα παιχνιδίσουν / θα παιχνιδίσουνε
Παρακείμενοςέχω παιχνιδίσειέχεις παιχνιδίσειέχει παιχνιδίσειέχουμε παιχνιδίσειέχετε παιχνιδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παιχνιδίσειείχες παιχνιδίσειείχε παιχνιδίσειείχαμε παιχνιδίσει——
Υποτακτικήνα έχω παιχνιδίσει / να παιχνιδίζω / να παιχνιδίσωνα έχεις παιχνιδίσει / να παιχνιδίζεις / να παιχνιδίσειςνα έχει παιχνιδίσει / να παιχνιδίζει / να παιχνιδίσεινα έχουμε παιχνιδίσει / να παιχνιδίζουμε / να παιχνιδίσουμενα έχετε παιχνιδίσει / να παιχνιδίζετε / να παιχνιδίσετενα παιχνιδίζουν / να παιχνιδίζουνε / να παιχνιδίσουν / να παιχνιδίσουνε
Προστακτική—παιχνίδιζε / παιχνίδισε——παιχνιδίζετε / παιχνιδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →