παίζω
•
- ψυχαγωγούμαι, διασκεδάζω με παιχνίδι Βικιλεξικό
- τα παιδιά έπαιζαν και γελούσαν στο σοκάκι
- συμμετέχω σε ένα ομαδικό άθλημα Βικιλεξικό
- Είναι κολλημένος με το σκάκι, το παίζει τέσσερα βράδια τη βδομάδα.
- χειρίζομαι μουσικό όργανο Βικιλεξικό
- έμαθε μόνη της να παίζει κιθάρα
- (για άνθρωπο ή μηχάνημα) εκτελώ μουσικό κομμάτι ή τραγούδι
- για τηλεοπτικό ή ραδιοφωνικό πρόγραμμααναπαράγω Βικιλεξικό
- ποια ταινία παίζει απόψε (σ)το άλλο κανάλι;
- συμμετέχω σε θεατρικό ή τηλεοπτικό έργο ως ηθοποιός Βικιλεξικό
- στο καινούργιο έργο του σκηνοθέτη παίζουν οι...
- για αντικείμεναδεν είμαι σταθερά προσαρμοσμένος στη θέση μου, αλλά μπορώ να κινηθώ ελαφρά γύρω από αυτήν, πάω πέρα δώθε Βικιλεξικό
- Το μπράτσο της πολυθρόνας παίζει. Θέλει λίγη κόλλα ή μια βίδα για να στερεωθεί.
- στο γ' πρόσωποπαίζει: για κάτι ενδιαφέρον που συμβαίνει, συνήθως παρασκηνιακά Βικιλεξικό
- δεν μπορεί αυτός να άλλαξε γνώμη έτσι ξαφνικά, κάτι παίζει εδώ
Ετυμολογία
παίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παίζω < παῖς < πρωτοελληνική *pā́wits < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *péh₂wids < *peh₂u-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παίζω | παίζεις | παίζει | παίζουμε | παίζετε | παίζουν / παίζουνε |
| Παρατατικός | έπαιζα | έπαιζες | έπαιζε | παίζαμε | παίζατε | έπαιζαν / παίζαν / παίζανε |
| Αόριστος | έπαιξα | έπαιξες | έπαιξε | παίξαμε | παίξατε | έπαιξαν / παίξαν / παίξανε |
| Μέλλοντας | θα παίζω / θα παίξω | θα παίζεις / θα παίξεις | θα παίζει / θα παίξει | θα παίζουμε / θα παίξουμε | θα παίζετε / θα παίξετε | θα παίζουν / θα παίζουνε / θα παίξουν / θα παίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω παίξει | έχεις παίξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παίξει | είχες παίξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παίξει / να παίζω / να παίξω | να έχεις παίξει / να παίζεις / να παίξεις | να παίζει / να παίξει | να παίζουμε / να παίξουμε | να παίζετε / να παίξετε | να παίζουν / να παίζουνε / να παίξουν / να παίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε παιγμένο / παίζε / παίξε | — | — | παίζετε / παίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παίχτηκαπαίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →