παλάντζα
•
- κυριολεκτικάείδος ζυγαριάς παλιού τύπου που αποτελείται από έναν κανόνα με κινητό αντίβαρο (βαρίδι) και ένα δίσκο Βικιλεξικό
- η μπαλάντζα του πλανόδιου μανάβη
- μεταφορικάο άνθρωπος που αλλάζει γνώμη εύκολα, ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με το συμφέρον του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλάντζα < (άμεσο δάνειο) βενετική balanza με αποηχηροποίηση του [b] > [p]. Συγκρίνετε με το μπαλάντζα. < μεσαιωνική λατινική balantia < λατινική bilanx < bi- + lanx
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλάντζα | παλάντζες |
| Γενική | παλάντζας | παλαντζών |
| Αιτιατική | παλάντζα | παλάντζες |
| Κλητική | παλάντζα | παλάντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →