παλαντζάρω
•
- κυριολεκτικάδεν έχω ισορροπία και γέρνω πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη πλευρά Βικιλεξικό
- μεταφορικάδεν έχω σταθερή γνώμη, υποστηρίζω πότε το ένα και πότε το άλλο ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με το συμφέρον μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαντζάρω < παλάντζα + -άρω < βενετική balanza < μεσαιωνική λατινική balantia < λατινική bilanx < bi- + lanx
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →