Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλίνδρομος

/paˈlin.ðɾo.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. συνώνυμο του παλινδρομικός: που κινείται και προς τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάευμετάβλητος, ασταθής Βικιλεξικό
  3. παρωχημένοπου επιστρέφει, που κινείται προς τα πίσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλίνδρομος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παλίνδρομος (που τρέχει ξανά πίσω) < (αρχαία ελληνική πάλιν) παλίν- + δρόμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλίνδρομοςπαλίνδρομηπαλίνδρομο
Γενικήπαλίνδρομουπαλίνδρομηςπαλίνδρομου
Αιτιατικήπαλίνδρομοπαλίνδρομηπαλίνδρομο
Κλητικήπαλίνδρομεπαλίνδρομηπαλίνδρομο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαλίνδρομοιπαλίνδρομεςπαλίνδρομα
Γενικήπαλίνδρομωνπαλίνδρομωνπαλίνδρομων
Αιτιατικήπαλίνδρομουςπαλίνδρομεςπαλίνδρομα
Κλητικήπαλίνδρομοιπαλίνδρομεςπαλίνδρομα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →