παλινδρόμηση
•
- η κίνηση που γίνεται εναλλακτικά προς μία κατεύθυνση και προς την αντίθετή της Βικιλεξικό
- μεταφορικάη επιστροφή σε προηγούμενες απόψεις και θέσεις Βικιλεξικό
- ιατρικήη κίνηση κάποιας υγρής μάζας σε αντίθετη ή ασυνήθιστη κατεύθυνση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλινδρόμηση < μεσαιωνική ελληνική παλινδρόμησις < ελληνιστική κοινή παλινδρομέω· ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική recul ιατρική: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική reflux)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλινδρόμηση | παλινδρομήσεις |
| Γενική | παλινδρόμησης | παλινδρομήσεων |
| Αιτιατική | παλινδρόμηση | παλινδρομήσεις |
| Κλητική | παλινδρόμηση | παλινδρομήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →