Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλινδρόμηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κίνηση που γίνεται εναλλακτικά προς μία κατεύθυνση και προς την αντίθετή της Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη επιστροφή σε προηγούμενες απόψεις και θέσεις Βικιλεξικό
  3. ιατρικήη κίνηση κάποιας υγρής μάζας σε αντίθετη ή ασυνήθιστη κατεύθυνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλινδρόμηση < μεσαιωνική ελληνική παλινδρόμησις < ελληνιστική κοινή παλινδρομέω· ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική recul ιατρική: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική reflux)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλινδρόμησηπαλινδρομήσεις
Γενικήπαλινδρόμησηςπαλινδρομήσεων
Αιτιατικήπαλινδρόμησηπαλινδρομήσεις
Κλητικήπαλινδρόμησηπαλινδρομήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →