παλαίμαχος
•
- που είχε πολεμήσει στο παρελθόν, που είχε υπηρετήσει στο στρατό σε περίοδο πολέμου και είχε συμμετάσχει σε μάχες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου είχε ακολουθήσει αθλητική καριέρα σε ομαδικό άθλημα, αλλά τώρα έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαίμαχος < → λείπει η ετυμολογία + -μαχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλαίμαχη / παλαίμαχος / παλαίμαχο | παλαίμαχες / παλαίμαχοι / παλαίμαχα |
| Γενική | παλαίμαχης / παλαίμαχου / παλαίμαχου | παλαίμαχων / παλαίμαχων / παλαίμαχων |
| Αιτιατική | παλαίμαχη / παλαίμαχο / παλαίμαχο | παλαίμαχες / παλαίμαχους / παλαίμαχα |
| Κλητική | παλαίμαχη / παλαίμαχε / παλαίμαχο | παλαίμαχες / παλαίμαχοι / παλαίμαχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →