παλαιογεωλογία
•
- επιστήμηη μελέτη της ιστορίας της γης και της εξέλιξης της γεωμορφολογίας της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαιογεωλογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική paleogeology < αρχαία ελληνική παλαιός + γῆ + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλαιογεωλογία | παλαιογεωλογίες |
| Γενική | παλαιογεωλογίας | παλαιογεωλογιών |
| Αιτιατική | παλαιογεωλογία | παλαιογεωλογίες |
| Κλητική | παλαιογεωλογία | παλαιογεωλογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →